Δυο λόγια χρήσιμα για την Παλαιά Διαθήκη.


Να ξεκαθαρίσω ότι η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι Ιστορικό βιβλίο. Δεν γράφτηκε ως ένα τέτοιο. Πρόθεση των συγγραφέων της Π.Δ δεν είναι να παρουσιάσουν την Ιστορία του Ισραήλ, αλλά μέσω του ιστορικού οχήματος της διήγησης, να μεταφερθεί το Θεολογικό μήνυμα.


Είναι δηλαδή η Π.Δ, το ιερό Βιβλίο, που σύμφωνα με την παράδοση Χριστιανών και Εβραίων περιέχει τον Λόγο, δηλαδή το θέλημα του Θεού. Αποτελεί μέρος της Θείας Αποκάλυψης.

Κατά την Ορθόδοξη Θεολογία, το δυσερμήνευτο και γνοφώδες ετούτο Θεόπνευστο βιβλίο, για να κατανοηθεί και να ερμηνευτεί απαιτείται Χριστολογική ματιά. Ο Χριστός ευαγγελίζεται στην Π.Δ Γεν:3,15 και σαρκώνεται στην Καινή. Δεν θα με απασχολήσουν τέτοια θέματα εδώ. Απλά αυτή η θέση, εξηγεί και την «ματιά» μου σε ζητήματα Π.Δ.


Η λέξη «Berith» που μεταφράστηκε από τους Ο΄ «Διαθήκη», κατ’ άλλους ετυμολογείται από το «τέμνω», κατ’ άλλους από το «τρώγω» και κατ’ άλλους από το «ορίζω» της Εβραϊκής. Ανάλογα με το αποδίδει κανείς την προέλευση, εξαρτά και τη σημασία της.

Από την συνήθεια των λαών της Ανατολής να «τέμνουν» ένα ζώο στα δύο, ως επισφράγιση μιας συμφωνίας.

Από τη συνήθεια να «συντρώγουν» μετά από την σύναψη μιας συμφωνίας.

Από τον «ορισμό» κάποιου για την πραγματοποίηση ενός συμφωνημένου έργου.


Η επιλογή της λέξης «Διαθήκη» αποτελεί ερμηνεία του «Berith» και περιέχει τόσο την έννοια της «εκλογής» όπου στηρίζουν οι Εβραίοι την αντίληψη τους ότι ο ιστορικός Ισραήλ είναι ο εκλεκτός λαός, όσο και την έννοια της «συμφωνίας». Δηλαδή την υπόσχεση αλληλεξάρτησης δύο συμβαλλομένων μερών. Ο Ισραήλ υπόσχεται ελεύθερα-μια και στο «Berith» απουσιάζει κάθε νομικίστικη έννοια-να τηρήσει τους όρους της συμφωνίας και ο Θεός διά του Ισραήλ να διαθέσει στην ανθρωπότητα το περιούσιο αγαθό της σωτηρίας. Η λέξη «Παλαιά», δεν είναι επιστημονική επινόηση, προέρχεται από την Κ.Δ, Β΄ Κορ. 3,14.

Genesis 1:1 Greek OT: Septuagint
εν αρχη εποιησεν ο θεος τον ουρανον και την γην

בראשית 1:1 Hebrew OT: BHS (Consonants & Vowels)
בְּרֵאשִׁית בָּרָא אֱלֹהִים אֵת הַשָּׁמַיִם וְאֵת הָאָרֶץ׃


Το πρωτότυπο κείμενο είναι γραμμένο κατά κανόνα στην Εβραϊκή, στην «Χαναανίτιδα γλώσσα» ή «Ιουδαϊκή» όπως λέει η ίδια η Π.Δ, αφού το όνομα «Εβραίος» σημαίνει «διαβάτης», και προσδιορίζει αρχικά διάφορους λαούς. Κάποια τμήματα ωστόσο διασώθηκαν στην Αραμαϊκή. Το έντυπο Εβραϊκό κείμενο που συνήθως έχουμε στα χέρια μας, είναι γνωστό ότι δεν αντιπροσωπεύει απόλυτα το πρωτότυπο. Οι συχνές αντιγραφές, ο φωνηεντισμός του κειμένου από τους Μασωρίτες τον από τον 6ο -10ο αι. μ.Χ και άλλοι παράγοντες συνετέλεσαν στο να υπάρξουν κάποιες διαφορές. Την κριτική αποκατάσταση του Βιβλικού κειμένου επιχειρεί η επιστήμη, με σκοπό να ξεπεραστούν τα προβλήματα που έχουν προκύψει από τις συχνές αντιγραφές δια μέσου των αιώνων. Μεγάλη συμβολή σ’ αυτό το έργο παρέχουν τα χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας που διασώζουν το κείμενο στη μορφή που υπήρχε 11ο -13ο αι. πριν το μασωριτικό, δηλαδή τον 1ο -3ο αι. μ.Χ.



Αν στον Έλληνα το κατεξοχήν όργανο πρόσληψης είναι το «μάτι» στον Εβραίο είναι το «αυτί», το «Άκουε Ισραήλ». Έτσι, ακόμη και σήμερα η διδασκαλία υπηρετείται από την προφορική ανάγνωση κατά κύριο λόγο. Πόσο μάλλον στα χρόνια πριν την ανάπτυξη των μέσων και των μεθόδων γραφής.


Η συγγραφή του κειμένου, υπήρξε προϊόν της συνεργασίας πολλών ανθρώπων οι οποίοι ανήκαν σε διαφορετικέ τάξεις, με διαφορετικούς Θεολογικούς προβληματισμούς και ανησυχίες, και οι οποίοι απευθύνονταν σε διαφορετικό κοινό Ισραηλιτών. Δεν έζησαν φυσικά όλοι την ίδια εποχή, δεν δίδαξαν-γράφοντας ή κηρύττοντας-υπό τις ίδιες θρησκευτικές, πολιτικές και άλλες συνθήκες.

Τα αρχαιότερα αποσπάσματα των βιβλίων της Π.Δ, ανάγονται στην προμωσαϊκή εποχή, έλκουν την παράδοσή τους στην, από στόμα σε στόμα, προφορική διάδοση-όπως ακριβώς και τα Ομηρικά έπη-και χάνονται στα βάθη του παρελθόντος.


Μεγάλο μέρος γραπτών μνημείων του κειμένου, σύμφωνα με την σύγχρονη έρευνα, χρονολογείται από τον 13ο -10ο αι π.Χ. Δηλαδή, από την εποχή του Μωυσή, έως τα χρόνια που ανεβαίνει στον θρόνο του ενωμένου Ισραηλίτικου βασιλείου, ο Βασιλιάς Δαβίδ.

Τον 10ο αι π.Χ, αρχίζει να παγιώνεται και επίσημα ο προφορικός λόγος σε γραπτό κείμενο, έτσι διαμορφώνεται συστηματικά η πρώτη θρησκευτική γραμματεία της Π.Δ, που αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής γραπτού λόγου στο Ισραήλ. Η χρυσή αυτή περίοδος δημιουργίας, διαρκεί ως τον 5ο αι. π.Χ, εντός της οποίας εμφανίζονται οι προφήτες, 8ος – 5ος αι. π.Χ. Μέχρι πριν τον 2ο αι. π.Χ, διαμορφώνονται τα κείμενα του μεταγενέστερου Ιουδαϊσμού και τον 2ο και 1ο αι. π.Χ. τα δευτεροκανονικά βιβλία.


Τον 2ο αι. π.Χ, οι Ιουδαίοι της διασποράς, παύουν να μιλάνε την μητρική τους γλώσσα και χρησιμοποιούν την Αραμαϊκή και αργότερα την Ελληνική. Έτσι δημιουργείται η ανάγκη της μετάφρασης της Π.Δ και στην, τότε παγκόσμια γλώσσα, την Ελληνική.


Το κείμενο της μετάφρασης των εβδομήκοντα Ο΄, όπως καθιερώθηκε να λέγεται, κατά την παράδοση είναι προϊόν της επιθυμίας του Πτολεμαίου Β΄του Φιλαδέλφου (285-246 π.Χ) και αποτελεί έργο 72 ελληνομαθών Ιουδαίων πρεσβυτέρων. Είναι το κείμενο το οποίο χρησιμοποιεί η Εκκλησία για τις λειτουργικές της ανάγκες, χωρίς όμως να του αποδίδει την Θεοπνευστία που έχει το πρωτότυπο αλλα και χωρίς να παύει πάντα να το θεωρεί ως έργο της Θείας πρόνοιας που συνέβαλλε στην διάδοση του Χριστιανισμού.


Είναι σαφές ότι, η διάσωση κειμένων μόνο θρησκευτικού και ηθικού περιεχομένου με εθνικιστικό ενδιαφέρον, αντανακλά την ανάγκη που έρχονταν να υπηρετήσουν αυτά τα κείμενα.

Ο εκλεκτός λαός, έπρεπε να παραμείνει καθαρός, εν μετανοία, πιστός στις παραδόσεις της θρησκείας και του έθνους, ώστε στα σπλάχνα του να κυοφορηθεί ο Σωτήρας της ανθρωπότητας, ο Μεσσίας. Έτσι το εθνικό ταυτίστηκε με το θρησκευτικό.


Στον μελετητή της ιστορίας των Εβραίων, είναι φανερό πως ο εκλεκτός λαός καθόλου δεν είχε την τάση να διαφυλάξει αυτές της παραδόσεις. Την ευθύνη της «ακεραιότητας» τους ανέλαβε εξ αρχής το ιερατείο που είχε την δυνατότητα να γνωρίζει, να κατανοεί και να ερμηνεύει το περιεχόμενο των ιερών κειμένων και στην πορεία να διαμορφώσει το «Ταλμούδ», που σημαίνει «διδασκαλία» και αποτελεί το απόσταγμα της σοφίας των ραββίνων νομοδιδασκάλων και αντιδιαστέλεται από τον γραπτό Νόμο, την «Τορά».


Κύρια Πηγή: Εισαγωγή στην Π.Δ, Σ. Καλαντζάκης